!!

!!
Άνθρωποι και Φύση πάνω από τα κέρδη

~


Αυτός που αγωνίζεται μπορεί να χάσει, όμως αυτός που δεν αγωνίζεται ήδη έχει χάσει.

Bertolt Brecht, 1898-1956, Γερμανός συγγραφέας

Η Φωτό Μου

Καθημερινά... με τον Πάνο Αϊβαλή // Επικοινωνία στο email: kepeme@gmail.com

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~
ΕΛΛΑΔΑ - ΜΝΗΜΕΙΑ - Αρχαιολογικοί χώροι - Ελληνικός Πολιτισμός - "Η συμφιλίωση των πολιτισμών περνά μέσα από την οικουμενικότητα της Παιδείας"

Πέμπτη, 15 Σεπτεμβρίου 2011

ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΛΙΒΑΝΩ κ. Γ. ΣΕΦΕΡΕΙΑΔΗΝ στον ΓΕΩΡΓ. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, ειδικώς σταλέν διά την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ»


http://savvaspavlou.wordpress.com/2011/05/

Η ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ ΠΡΟΣΦΕΡΕ ΤΗ ΦΙΛΟΛΟΓΙΚΗ ΒΟΗΘΕΙΑ

Μαΐου 26, 2011


Στις 13 Απριλίου, το ιστολόγιο, προσπαθώντας να βρει στοιχεία για τον δημοσιογράφο Γεώργιο Μπουκουβάλα, έκανε έκκληση για φιλολογική βοήθεια απευθυνόμενο στους δημότες της Ηλεκτρονικής Πολιτείας. Παραθέτω το κείμενο:
Έκκληση στους δημότες της Ηλεκτρονικής Πολιτείας για φιλολογική βοήθεια [αναφορά σε μια συνέντευξη του Σεφέρη]

Στην εφημερίδα της Λευκωσίας Ελευθερία δημοσιεύτηκε, στις 21 Οκτωβρίου 1954, συνέντευξη του Γιώργου Σεφέρη. Τη συνέντευξη πήρε ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπουκουβάλας. Η συνέντευξη αυτή θα αναδημοσιευτεί σχολιασμένη στο περιοδικό Μικροφιλολογικά. Όμως υπάρχει μια έλλειψη. Σε όλα τα δημοσιεύματα που ανασύρουν στην επιφάνεια παλιές συνεντεύξεις πάντα επιβάλλεται να γραφτούν δυο λόγια για τον δημοσιογράφο που πήρε τη συνέντευξη. Δυστυχώς δεν έχουμε οποιοδήποτε στοιχείο για τον Γεώργιο Μπουκουβάλα, -Αθήναιο δημοσιογράφο τον αποκαλεί η εφημερίδα Ελευθερία. Κάναμε πολλές προσπάθειες, με τηλεφωνήματα, επιστολές, αναζητήσεις σε έργα αναφοράς για την ελληνική δημοσιογραφία και τους Έλληνες δημοσιογράφους. Τίποτα. Γνωρίζουμε ακόμη ότι ο εν λόγω δημοσιογράφος πήρε συνέντευξη από τον Νίκο Καζαντζάκη στην οποία αναφέρονται και στον κυπριακό αγώνα που τότε είχε ξεκινήσει. Η συνέντευξη αυτή δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα Τα Νέα (Αθήνα, 15 Ιουνίου 1955). Γι’ αυτό παρακαλούμε για βοήθεια. Αν κάποιος γνωρίζει κάτι για τον δημοσιογράφο Γεώργιο Μπουκουβάλα ας μας το αναφέρει. Αν κάποιος γνωρίζει κάποιο έντυπο με στοιχεία για τον δημοσιογράφο Μπουκουβάλα ας μας το κοινοποιήσει για να το κοιτάξουμε. Αυτά έγραψε το ιστολόγιο. Είχαμε άμεση αντίδραση από ανθρώπους που πρόσφεραν τις πρώτες πληροφορίες από τον ηλεκτρονικό ιστό (Σπύρος Κακουριώτης, Δημήτρης Κόκορης) που οδήγησαν στον Πάνο Αϊβαλή, εκδότη του περιοδικού Ύφος καθώς και άλλων εντύπων, ο οποίος έλυσε το πρόβλημα, έτσι το ζητούμενο για να ολοκληρωθεί το δημοσίευμα για τον Σεφέρη απαντήθηκε ικανοποιητικά. Ευχαριστώ τους φίλους Κακουριώτη και Κόκορη, ευχαριστώ ιδιαίτερα τον Πάνο Αϊβαλή. Ύστερα από όλα αυτά ανεβάζουμε, ξανά, χωρίς ελλείψεις, το δημοσίευμα για την παλιά συνέντευξη του Σεφέρη:
Γιώργος Μπουκουβάλας Δια χειρός Φασιανού




ΜΙΑ ΣΥΝΕΝΤΕΥΞΗ ΤΟΥ ΓΙΩΡΓΟΥ ΣΕΦΕΡΗ ΣΕ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΕΦΗΜΕΡΙΔΑ

ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΚΑΙ ΔΙΠΛΩΜΑΤΙΑ
ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΑ ΜΕ ΤΟΝ ΠΡΕΣΒΕΥΤΗΝ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΕΝ ΛΙΒΑΝΩ κ. Γ. ΣΕΦΕΡΕΙΑΔΗΝ
ΟΙ ΑΡΑΒΕΣ ΤΡΕΦΟΥΝ ΤΑ ΦΙΛΙΚΩΤΕΡΑ ΑΙΣΘΗΜΑΤΑ ΔΙΑ ΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ ΚΑΙ ΤΟΥΣ ΕΛΛΗΝΑΣ

Του Αθηναίου δημοσιογράφου κ. ΓΕΩΡΓ. ΜΠΟΥΚΟΥΒΑΛΑ, ειδικώς σταλέν διά την «ΕΛΕΥΘΕΡΙΑΝ».


ΒΑΘΕΙΑ συγκίνηση με κατέλαβε, όταν επεσκέφθην ένα μουσουλμανικό τέμενος στη Βαγδάτη και είδα το Χότζα να βγαίνη μ’ ανοιχτή την αγκαλιά του και να με φιλάη, ως έμαθεν πως ήμουν Έλληνας. Το πρόσωπο του είχε πάρει μια χαρούμενη έξαψη, καθώς άρχισε να μου μιλάη για παμπάλαιες κοινές Ελληνοαραβικές περιπέτειες και κορυφώθηκε ο ενθουσιασμός του, όταν έφτασε στον Μέγα Αλέξανδρο. Χωρίς να τον διεκδικούν οι Άραβες, νοιώθουν μιαν απέραντη ευγνωμοσύνη στον μεγάλο Έλληνα κι έχουν τη συνείδηση, ότι οφείλουν τα πάντα στην Ελληνική του επίδραση και τον λατρεύουν σαν δικό τους. Έξω απ’αυτήν την βαθύτατη μνήμη, που είναι πόλος ζωής στη Μέση Ανατολή, οι Άραβες τρέφουν τα πιο φιλικά και ειλικρινή αισθήματα προς τους Έλληνας, ξεχωρίζοντάς τους απ’ τους άλλους λαούς. Οι Άραβες πέρα ακόμη κι απ’αυτήν την παλιά Ελληνική εκπολιτιστική παράδοση υπήρξαν οι σοφοί μελετητές και φορείς των κειμένων και γενικά της Ελληνικής σκέψης. Ο Αριστοτέλης κι ο Πλάτωνας βρήκανε στους Άραβες μοναδικούς ερμηνευτές. Εξ άλλου η κοινή ζωή Ελλήνων και Αράβων κάτω απ’ τη σκέπη της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας έδεσε ακόμα σφιχτότερα τους μεγάλους αυτούς λαούς ξεπερνώντας κατά τον πιο ευτυχή, αδιατάρακτο, σχεδόν αδελφικό, τρόπο την βαθειά θρησκευτική αντίθεση. Η κοινή στάσις ελευθερίας απέναντι στους βίαιους ανέμους της ιστορίας αποτελεί ακόμα τον άθραυστο δεσμό των λαών αυτών, που από αιώνες κατοικούν την Μεσόγειο και γονιμοποιούν ηθικά την πανάρχαια αυτή γη. Η εξαιρετική σημασία τούτης της κοινότητας είναι ότι δεν είναι το τεχνητό αποτέλεσμα κρατικών αποφάσεων, αλλά προέρχεται εκ των κάτω σαν έφεση κι αποδοχή κι ομόλογη θέση τους κάτω απ’ τον ήλιο που τους έταξε και τους ανέδειξε σε αδελφούς. Σ’αυτό το μοναδικό κρίσιμο φυλάκιο χρέους βρίσκεται ο Πρεσβευτής της Ελλάδος κ. Γεώργιος Σεφερειάδης (γνωστός από το ποιητικό του έργο ως Γ. Σεφέρης). The right man in the right place.[1] 
Αν δεχθούμε ότι μπορεί πρακτικά να επαρκέση στην διπλωματική εκπροσώπηση πέντε πρωτευουσών, τότε δεν θα ήταν ίσως εύκολο να αρνηθή κανείς τα πλεονεκτήματα μιας ενιαίας, και μάλιστα τόσον επιτυχούς, εκπροσωπήσεως. Η Ελληνική Πρεσβεία με τα μέσα, τα οποία διαθέτει, προσπαθεί ν’ ανταποκριθή προς τον τεράστιον αυτόν χώρον χρέους. Πέρα απ’ τις βασικές ευνοϊκές προϋποθέσεις ενός ευφόρου εδάφους και ευκράτου κλίματος υπάρχουν πολυειδείς δυσκολίες, που η εδώ εκπροσώπησις αγωνίζεται να υπερνικήση και συνήθως το κατορθώνει. Αξιοσημείωτη είναι η θετική κατανόηση και συγκινητική συμπαράσταση, την οποίαν παρέχουν οι εδώ Έλληνες. Η Ελληνική παροικία, καθώς και ο νεοσύστατος Ελληνολιβάνιος σύνδεσμος, εργάζονται αξιοθαύμαστα προς τον σκοπόν αυτόν. Η συμμετοχή μας π.χ. για πρώτη φορά στην έκθεση της Δαμασκού με ένα τόσο επιτυχές Ελληνικόν περίπτερον, οφειλόμενον αρχιτεκτονικά στον κ. Μορέτη, υπερέβη τας προβλέψεις μας εις επιτυχίαν. Ο κ. Σεφέρης είχε την καλωσύνη ν’απαντήσει σε μερικά ερωτήματα που του υποβάλαμε. 
Ερώτησις: Κύριε Σεφέρη, ρώτησα τον Έλληνα Πρεσβευτή, αντιλαμβάνομαι ότι είναι δύσκολο να κρίνη κανείς τους ανθρώπους και να ειπή φερ’ ειπείν αδίστακτα, αυτός είναι προδότης· πώς αντιμετωπίζετε σεις αυτό το ηθικό πρόβλημα; Κάποιος ποιητής ρωτιέται… Αξίζει η σωτηρία της ανθρωπότητος πληρωμένη με το κλάμα ενός μικρού παιδιού;… Απάντησις: Η ερώτησις είναι σκληρή, όμως πρέπει ν’ απαντήσω. Ναι! αξίζει! Η μοιραία αντινομία που υπάρχει ανάμεσα στην ηθική απόφανση και την ευαισθησία και στην πολιτική πράξη θα διχάζη και θα βασανίζη πάντα την ανθρώπινη ψυχή. …Κάποτε ήταν στην Αθήνα ένας γερμανός καθηγητής, γνωστός αντιναζί και εξωρισμένος απ’ τον Χίτλερ. Με ερώτησαν ποια ήταν η γνώμη μου. Όλοι τον γνωρίζαμε ως αντιχιτλερικόν… 
Αλλά, αν υπήρχε μια, μια μόνη πιθανότης να είναι κατάσκοπος; αν η συναισθηματική μου στάση γινόταν αφορμή να σκοτωθούν πέντε Έλληνες πολίτες, ή ένας αξιωματικός μου; Ποιο θα ήταν το βάρος της συνειδήσεώς μου και της ευθύνης μου; Έπρεπε να θυσιασθή ο Γερμανός. Η ανθρωπιστική αρχή in dubio pro reo[2] δεν μπορούσε να ισχύση. Η ζωή είναι σκληρή. Ερώτησις: Ποία είναι η γνώμη σας για μαχητική διεξαγωγή αγώνων ελευθερίας; Απάντησις: Δεν σας απαντώ. Θα σας ειπώ κάτι άλλο. Το 1939 ήταν μια ομάδα διανοουμένων αυτοαποκαλουμένων «πασιφιστών». Ήρθαν κάποιοι και με ρώτησαν… «Είσαι και συ «πασιφιστής»; Γέλασα. Η ερώτησις μού φάνηκε αφελής και αστεία… Δεν είμαι έξαλλος εθνικιστής. Δεν μου λέει τίποτα αυτό…Όμως πιστεύω στην Ελλάδα. Και πιστεύω πως η Ελλάδα είναι μια ηθική έννοια που πρέπει να σωθή με κάθε τρόπο για να σώση. Εμένα τα βράχια της γης μου δεν μου δείχνουν το δρόμο της σωτηρίας που έδειξε η Ινδία στον μακαρίτη τον Γκάντι… Νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη… Η συνείδηση κ’ η αγάπη της μου το επιβάλλει κι ο ελεύθερος λόγος μου υπακούει για να τη σώση και την κάνη ομορφιά.
(εφ. Ελευθερία, Λευκωσία, 21 Οκτωβρίου 1954, σ. 2)
Η συνέντευξη αυτή, στην κυπριακή εφημερίδα Ελευθερία, είναι η τρίτη που έδωσε ο Σεφέρης. Προηγουμένως, όταν βρισκόταν στην Αγγλία, ως μέλος της ελληνικής διπλωματικής αποστολής, έδωσε συνέντευξη στον Μήτσο Λυγίζο που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Κρίκος του Λονδίνου το 1951[3] και αργότερα, με την ευκαιρία της πρώτης επίσκεψής του στην Κύπρο, έδωσε συνέντευξη στον Κύπριο λόγιο και ιατρό Κύπρο Χρυσάνθη που δημοσιεύτηκε, το 1954, στο περιοδικό Κυπριακά Γράμματα[4]. Μετά τις τρεις αυτές συνεντεύξεις θα ακολουθήσει μια «νεκρή» περίοδος, όσον αφορά το θέμα αυτό, για δέκα περίπου χρόνια. Οι επόμενες συνεντεύξεις του, ικανοποιητικές σε αριθμό, θα δοθούν μετά την έλξη που προκάλεσε η βράβευσή του με το βραβείο Νόμπελ.[5] Είναι, λοιπόν, αξιοσημείωτο ότι ο ποιητής που θα επιβραβευτεί με το Νόμπελ Λογοτεχνίας το 1963, έδωσε μόνο τρεις συνεντεύξεις πριν από τη βράβευσή του, και οι τρεις μετά τα πενήντα του χρόνια, ένα τεκμήριο που μπορεί να προκαλέσει αρκετές σκέψεις για την προβολή των διανοουμένων και λογοτεχνών παλαιότερα, καθώς και για τη σημερινή επικράτεια των μέσων μαζικής ενημέρωσης με τον πληθωρισμό των γραπτών και ραδιοτηλεοπτικών λογοτεχνικών συνεντεύξεων, σε σημείο που νεοσσοί της λογοτεχνίας να μας βομβαρδίζουν με συνεντεύξεις τους από την πρώτη συλλογή τους. 
Αξιοσημείωτο είναι και το γεγονός ότι και οι τρεις πρώτες συνεντεύξεις του Σεφέρη δόθηκαν σε έντυπα εκτός της ελλαδικής επικράτειας (η πρώτη σε ελληνικό περιοδικό του Λονδίνου και οι άλλες δύο σε έντυπα της Κύπρου). Η συνέντευξη που παρουσιάζεται εδώ είναι καταγραμμένη στις βιβλιογραφίες του Κατσίμπαλη και του Δασκαλόπουλου[6] και δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα της Λευκωσίας Ελευθερία στις 21 Οκτωβρίου 1954, λίγες μέρες μετά την ολοκλήρωση της δεύτερης επίσκεψης του ποιητή στην Κύπρο (15 Σεπτεμβρίου – 17 Οκτωβρίου 1954). Ο δημοσιογράφος Γεώργιος Μπουκουβάλας[7] που πήρε τη συνέντευξη, γεννήθηκε στην Σίφνο την δεκαετία του ’20 και έφυγε από τη ζωή στα τέλη της δεκαετίας του ’90. Σπούδασε στην Νομική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών, αλλά ασχολήθηκε από νέος με τη δημοσιογραφία. Εργάστηκε σε εφημερίδες των Αθηνών και τη δεκαετία του ’70 ίδρυσε, μαζί με άλλους δημοσιογράφους και διανοητές, το “Κέντρο Μείζονος Ελληνισμού” και εξέδωσε τα περιοδικά ΕλληνικόςΚόσμος και Βαλκανικός και Αραβικός Κόσμος. [8] Ύστερα από την εν γένει φλύαρη εισαγωγή, που περιέχει ποικίλες γλωσσικές διπλοτυπίες και μετεωρίζεται μεταξύ καθαρεύουσας και δημοτικής, ο δημοσιογράφος προχωρεί στην υποβολή δύο ερωτημάτων και καταγράφει τις απαντήσεις του ποιητή. Αξιοσημείωτο είναι το γεγονός ότι ο Σεφέρης δεν προσχωρεί σε παγιωμένες και αποδεκτές μόδες και στάσεις ζωής που είχαν σαγηνεύσει μεγάλη μερίδα των διανοουμένων τότε (πασιφισμός, μη βία του Γκάντι) και επιμένει στις ιδιαίτερες συνθήκες της πατρίδας του, έχοντας πλήρη συνείδηση της θέσης της Ελλάδας και της γεωγραφικής και ιστορικής της μοίρας. Ακόμη η αναφορά του Σεφέρη « νιώθω πως πρέπει να πολεμήσω και να ματώσω τούτη τη σκληρή γη…», πιστεύω ότι απηχεί και τις προετοιμασίες του κυπριακού αγώνα, που θα ξεκινήσει εκατόν εξήντα, περίπου, μέρες μετά τη δημοσίευση της συνέντευξης. Ο Σεφέρης γνώριζε και από την επαφή του με την Κύπρο και λόγω της θέσης του ότι τα πράγματα στο νησί οδηγούνταν σε δυναμική σύγκρουση που θα μετέφερε το Κυπριακό, από την αποκλειστική παραμονή του στους χώρους των διπλωματικών παρασκηνίων και επισήμων επαφών και συσκέψεων, σε άλλους χώρους πάλης. Η αναφορά του Σεφέρη, στη συνέντευξη αυτή, για τον αντιναζί γερμανό καθηγητή, πιστεύω ότι παραπέμπει στον Helmut von den Steinen, που κατέφυγε στην Ελλάδα μετά την επικράτηση του χιτλερισμού στη Γερμανία και αργότερα πρόσφερε πολλά ως μεταφραστής της ελληνικής λογοτεχνίας στα γερμανικά.[9] Είναι χαρακτηριστική η εγγραφή του Σεφέρη στο Ημερολόγιό του για την επίσκεψη του von den Steinen στο γραφείο του, στις 3 Δεκεμβρίου 1940, και τις φήμες ότι είναι κατάσκοπος. Μετά τον πόλεμο ο Σεφέρης θα προσθέσει στην εγγραφή τα ακόλουθα: «Είχα άδικο· Ο Helmut von den Steinen έμεινε πρώτης τάξεως ως το τέλος».[10]

ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
[1] The right man in the right place: Ο κατάλληλος άνθρωπος στην κατάλληλη θέση
[2] in dubio pro reo: εν αμφιβολία υπέρ του κατηγορουμένου
[3] Μήτσος Λυγίζος, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη, περ.Κρίκος, Λονδίνο, Σεπτέμβριος 1951, αρ. 12, σ. 3-8. Βλ. παρουσίαση και αναδημοσίευση της συνέντευξης στο δημοσίευμα του Δημήτρη Δασκαλόπουλου, Συνομιλία με τον ποιητή Γιώργο Σεφέρη [Μια λανθάνουσα συζήτηση του ποιητή με τον Μήτσο Λυγίζο], περ. Το Δέντρο, Αθήνα, Ιανουάριος-Μάρτιος 2011, αρ. 179-180, σ. 147-154
[4] Κύπρος Χρυσάνθης, Μια συνέντευξη με τον ποιητή Γ. Σεφέρη, περ.Κυπριακά Γράμματα, Λευκωσία, Ιανουάριος 1954, αρ. 223, σ. 37-39. [5] Σάββας Παύλου, Σεφέρης και Κύπρος, Λευκωσία ²2005, σ. 415
[6] Γ. Κ. Κατσίμπαλης, Βιβλιογραφία Γιώργου Σεφέρη, στον τόμο Για τον Σεφέρη Τιμητικό αφιέρωμα στα τριάντα χρόνια της Στροφής, Αθήνα, ανατύπωση Ερμής 1981, σ. 454 και Δημήτρης Δασκαλόπουλος,Εργογραφία Σεφέρη (1931 -1979). Βιβλιογραφική Δοκιμή, Ελληνικό Λογοτεχνικό και Ιστορικό Αρχείο, Αθήνα 1979, σ. 228.
[7] Το 1955 ο Γεώργιος Μπουκουβάλα πήρε συνέντευξη από τον Νίκο Καζαντζάκη η οποία αναφέρεται και στον κυπριακό αγώνα που είχε τότε ξεκινήσει. Η συνέντευξη δημοσιεύτηκε στην εφ. Τα Νέα, Αθήνα, 15 Ιουνίου 1955 (βλ. Κωστής Κοκκινόφτας, Νίκος Καζαντζάκης και Κύπρος, περ. Ακτή, Λευκωσία, άνοιξη 2008, αρ. 74, σ. 208).
[8] Ευχαριστώ θερμά τον δημοσιογράφο και εκδότη Πάνο Αϊβαλή που ερεύνησε και με εφοδίασε με στοιχεία για τη ζωή του ΓεωργίουΜπουκουβάλα.
[9] βλ. Παντελής Πρεβελάκης, Helmut von den Steinen, περ. Νέα Εστία, Αθήνα, 1 Φεβρουαρίου 1957, αρ. 710, σ. 230-231.
[10] Γιώργος Σεφέρης, Μέρες Γ’, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα 1977, σ. 264.

http://savvaspavlou.wordpress.com/2011/05/


Ο Γιώργος Μπουκουβάλας, ο οποίος το 1960 άνοιξε τον Τιπούκειτο, στην οδό Νικοδήμου στην Πλάκα.

Η πολιτεία μεθούσε- Μια ιστορία των Μπουάτ


Τετάρτη, 14 Ιουλίου 2010 - Σπύρος Αραβανής & Ηρακλής Οικονόμου



Μισό αιώνα μετά την εμφάνισή τους, το μουσικό ύφος και ήθος των μπουάτ φαίνεται να επιστρέφει.

Η μουσική παράσταση Από την Πλάκα στο Γκάζι στη σκηνή της Ωδήςιας, με τη συμμετοχή ορισμένων εκ των πρωτεργατών του νέου κύματος, προσελκύει από τον περασμένο Δεκέμβριο νοσταλγούς κάθε ηλικίας. Οι δίσκοι με τους νεοκυματικούς τραγουδιστές έρχονται ξανά στο προσκήνιο και το κοινό τούς αγκαλιάζει θερμά. Οι μικρές μουσικές σκηνές, που αναζητούν τον πυρήνα του τραγουδιού, όπως αυτός παρουσιαζόταν στις θρυλικές μπουάτ της δεκαετίας του ’60 και του ’70, ολοένα και αυξάνονται σε αριθμό. Μόδα ή ανάγκη; Αναζήτηση χαμένης εμπορικής φλέβας χρυσού ή χαμένης αθωότητας; Το boîte (κουτί στα ελληνικά) κρύβει πιθανόν πολλές εκπλήξεις ακόμα. Ας το ανοίξουμε…

Βγήκε τ’ όνειρο σεργιάνι
Ο μικρός χώρος με ένα πιάνο, μια κιθάρα και μια φωνή πάνω στη λιλιπούτεια σκηνή, τοποθετημένη σε απόσταση αναπνοής από τους θαμώνες, χρωστά την έμπνευσή του στον Γιώργο Μπουκουβάλα, ο οποίος το 1960 άνοιξε τον Τιπούκειτο, στην οδό Νικοδήμου στην Πλάκα. Εκεί όπου τα νοίκια ήταν φθηνά, οι πολυκατοικίες αποκλεισμένες διά νόμου και οι άνθρωποι τού μόχθου. Οι νεαροί Λάκης Παππάς και Κώστας Χατζής εμφανίζονται διαδοχικά εκεί και ο κόσμος αρχίζει να συγκεντρώνεται για να ακούσει τα τραγούδια γυμνά. Δύο χρόνια μετά, ο χώρος κλείνει, και ο ιδιοκτήτης του ανοίγει το Συμπόσιο.
Ο Διονύσης Σαββόπουλος περιγράφει σχετικά στο cd Καταγραφές του περιοδικού Ήχος & Hi-Fi: «Πιο υποφωτισμένο μαγαζί δεν είχε ξαναδεί η Αθήνα• ο κόσμος καθόταν κάτω στο δάπεδο, πάνω σε αρχαίες μαξιλάρες, πίνοντας κρασί μέσα από χάλκινα ποτήρια και άκουγε τα καινούργια τραγούδια». Μέσα σε μικρό χρονικό διάστημα, οι μπουάτ αρχίζουν να ξεφυτρώνουν σαν μανιτάρια στην περιοχή: Απανεμιά, Αυλαία, Δώμα, Εσπερίδες, Ερωτόκριτος, Ζώδια, Καρυάτις, Κατακόμβη, Κιβωτός, Λεωνίδας, Λήθη, Λημέρι, Λυχνάρι, Νεφέλες, Ρουλότα, Σκορπιός, Σούσουρο, Σοφίτα, Στοά, Συμπόσιο, Στέκι του Γιάννη, Σχολείο, Ταβάνια, Τετράδιο, Τζάκι, Χάντρες, Χρυσό Κλειδί• ατελείωτος ο κατάλογος. Οι περισσότερες συγκεντρωμένες στην Πλάκα, επί των οδών Μνησικλέους και Θόλου. Και εκτός Αθηνών, στη Μύκονο, στη Θεσσαλονίκη, στην Πάτρα, στην Ύδρα, από τις αρχές του ’60, οι χώροι ανοίγουν ο ένας μετά τον άλλον.
Ενδεικτικές της αποδοχής των μπουάτ ήταν οι μέχρι και τρεις παραστάσεις που περιελάμβανε το πρόγραμμα: οκτώ-δέκα, δέκα-δώδεκα, δώδεκα-δύο μετά τα μεσάνυχτα. Κύριο χαρακτηριστικό τους, η άμεση επικοινωνία του καλλιτέχνη με το κοινό. Η Μαρίζα Κωχ επιχειρεί έναν ορισμό αυτών των χώρων: «Η μπουάτ, για μένα, ορίζει μια εποχή που έχει μικρά καρεκλάκια και μεγάλο στριμωξίδι. Ένας προβολέας αυτοκινήτου πάνω στη σκηνή, καμία ωραιοποίηση, γυμνή αλήθεια. Οι μπουάτ υπήρξαν η γυμνή αλήθεια της μουσικής μας». Ο Σαββόπουλος, ο οποίος ανδρώθηκε μουσικά στις μπουάτ, επισημαίνει: «Έπρεπε να τα καταφέρεις με το τίποτα: με μία κιθάρα, άντε κι ένα πιάνο. Οι θαμώνες κάθονταν μισό μέτρο απ’ τον τραγουδιστή και οι τελευταίοι το πολύ στα πέντε-έξι μέτρα. Έπρεπε να είσαι απλός και άμεσος και έτοιμος να αυτοσχεδιάσεις». Αναπολώντας συνεχίζει: «Στη Στοά. 1964-1965. Στην οδό Ξάνθου, στο Κολωνάκι. Με τη Μαρία Φαραντούρη και τον Μάνο Λοΐζο. Απίστευτο πρόγραμμα. Το θυμάμαι και δεν το πιστεύω. Στη Ρουλότα 1965-1966. Οδός Βουλής. Πλάκα. Με την Καίτη Χωματά και τον Θάνο Μικρούτσικο ως πιανίστα».
Ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, παιδί και αυτός των ίδιων χώρων, καταθέτει τη δική του αναφορά στην ιστοσελίδα MusicHeaven: «Τον Ιούνιο του 1968 κατέβηκα για πρώτη φορά στην Αθήνα και ο Πατσιφάς φρόντισε να με βάλει δίπλα στον ΓιώργοΖωγράφο κι αυτός ανέλαβε να με συστήσει στο εξαιρετικό κοινό που γέμιζε κάθε βράδυ την αυλή της μπουάτ 11 που βρισκόταν στο νούμερο 11 της Κυδαθηναίων. Τραγουδούσα μπροστά στην αφρόκρεμα του πνεύματος και έκανα γνωριμίες με σπουδαίους ανθρώπους. Για μένα ήταν η αυλή του παραδείσου. Δεν έβλεπα την ώρα πότε θα βραδιάσει για να ξαναζήσω τη μαγεία».

Βιβλία, τέχνη και μπουάτ
Το 1964 η μουσική που ακουγόταν στις μπουάτ απέκτησε και όνομα: νέο κύμα. Νονός, ο Αλέκος Πατσιφάς και η νεοσύστατη δισκογραφική εταιρεία Lyra. Νέο κύμα κατά το γαλλικό nouvelle vague. Οι μουσικοί του είτε μόλις είχαν αποφοιτήσει από το σχολείο (η Καίτη Χωματά, η Πόπη Αστεριάδη) είτε ήταν φοιτητές (η Αρλέτα και ο Νίκος Χουλιαράς σπούδαζαν στη Σχολή Καλών Τεχνών, ο Γιώργος Κοντογιώργος σπούδαζε ιατρική και ο Μιχάλης Βιολάρης ήταν φοιτητής φιλολογίας). Εξέχουσα μορφή τους και ο πρόσφατα εκλιπών Γιώργος Ζωγράφος, ο οποίος είχε ξεκινήσει ως ηθοποιός, απόφοιτος της σχολής του Κουν. Πρωτοτραγούδησε στην μπουάτ Θαλάμη της Μυκόνου, κάνοντας στη συνέχεια σπίτι του για δυο δεκαετίες τις πλακιώτικες μπουάτ.
Ο Γιάννης Σπανός γράφει μερικές από τις πιο αναγνωρίσιμες μελωδίες, εμπνεόμενος και από τις παρισινές μνήμες του. Άλλοι γνωστοί συνθέτες, οι οποίοι συνδέουν την τέχνη τους με το νέο κύμα, είναι ο Γιάννης Γλέζος, ο Λίνος Κόκοτος, ο Νίκος Μαμαγκάκης και ο Νότης Μαυρουδής, ενώ ποιητικές προσωπικότητες, όπως ο Άκος Δασκαλόπουλος, ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, ο Δημήτρης Ιατρόπουλος και ο Κώστας Κωτούλας, προσφέρουν στίχους. Η μπαλάντα αποτελεί τον βασικό μορφολογικό πυρήνα του νέου κύματος, το οποίο όμως γεννά και νησίδες λαϊκού ήχου, παραδοσιακών προσμείξεων ή ροκ πειραματισμού. Όλα, με μιαν αύρα ανεμελιάς, αθωότητας και καλώς εννοούμενου ερασιτεχνισμού. Ο Σαββόπουλος, πάλι στο cd Καταγραφές, αφήνει αινιγματικά ερωτήματα γύρω από την ουσία αυτού του ρεύματος: «Κι εγώ νέο κύμα είμαι. Δεν μας έλειψε το ταλέντο, ούτε ο πόθος του αγνώστου. Κι όμως, από όλη αυτή την ιστορία, δεν έμεινε παρά μόνο το αεράκι μιας ελαφρότητος. Γιατί; Μήπως επειδή ό,τι πετύχαμε ήταν τίποτε μπροστά σε ό,τι ονειρευτήκαμε και θα θέλαμε; Ή μήπως ζήσαμε αυτή την τεράστια διαφορά σαν κάτι ελαφρύ και διασκεδαστικό;».
Τα υπαρκτά ερωτήματα γύρω από το νέο κύμα και την κληρονομιά του δεν αναιρούν τη σημασία της συνάντησής αυτού του τραγουδιού με τις μπουάτ. Ο Νίκος Μαμαγκάκης αποτιμά γενναιόδωρα τον χαρακτήρα αυτών των χώρων: «Οι μπουάτ ήταν ιερατεία του καλού τραγουδιού. Οι βραδιές στις μπουάτ ήταν ένα είδος μουσικών λειτουργιών. Πήγαιναν νέοι άνθρωποι που είχαν μια φαντασία και ένα όραμα, και άκουγαν κατ’ εξοχήν υψηλή, μελοποιημένη ποίηση. Και ήταν και πρόσφορες, φτηνές, δεν χρειαζόταν να έχεις πολλά λεφτά για να πας». Το αίσθημα που εξέφρασαν οι μπουάτ περιγράφει εύστοχα και ο Μανώλης Ρασούλης (Εδώ είναι του Ρασούλη, εκδόσεις Ιανός): «Ήταν οι δικοί μας χώροι. Πήγαινες μ’ ό,τι ρούχα φορούσες. Καθόμασταν δίπλα δίπλα κι όλοι μαζί μέσα σε μια κοινή μοίρα και πρεμούρα να επικοινωνήσουμε, να πλατσουρίσουμε σαν νήπια στο συλλογικό μας ασυνείδητο και σε μια νέα εθνική συνειδητότητα».
Αυτή η συνειδητότητα ορίζεται και πολιτικά, μέσα από μια νεολαία και μιαν εποχή που έβραζαν. Ο Σαββόπουλος προσδιορίζει τις πηγές του κινήματος των μπουάτ ως εξής: «Ήταν η εποχή της ελπίδας, διεθνώς. Εδώ στην Ελλάδα το φοιτητικό κίνημα 1-1-4 ήταν αυτονομημένο και ακηδεμόνευτο από το κόμματα. Μιλούσαμε εμείς και αυτοί άκουγαν. Η νεολαία χρειαζόταν τα τραγούδια της. Υπήρχαν βέβαια ποπ γκρουπάκια, αλλά η τέχνη τους δεν ξεπερνούσε τα στενά όρια της χορευτικής μόδας. Λίγο πολύ μαϊμουδίζανε τους ξένους, ενώ η νεολαία ήθελε κάτι που να της επιτρέψει να αισθανθεί μοντέρνα, χωρίς να χάσει την ψυχή της. Αυτό έψαχνε να βρει στις μπουάτ».
Τόπος γνωριμίας και συνάντησης, λοιπόν, οι μπουάτ. Όχι μόνο απλοί μουσικοί χώροι, κέντρα διασκέδασης και ψυχαγωγίας. Αυτό τονίζει και ο Γιάννης Κούκλης, ο οποίος επί πενήντα χρόνια ζει και δραστηριοποιείται επιχειρηματικά στην οδό Μνησικλέους, ενώ πρόκειται εν έτει 2010 να ανοίξει εκεί μια καινούργια μπουάτ, ένα μουσικό καφενείο, όπως το ονομάζει: «Οι μπουάτ, αν δεν είχαν προοδευτικά μηνύματα, δεν μπορούσαν να σταθούν. Ήταν προορισμένες για τους νέους, αλλά και για τον απλό φτωχό λαό. Ερχόντουσαν σε αυτές και πίνανε το βερμουτάκι τους, το κρασάκι τους, την πορτοκαλάδα τους και πλήρωναν ένα φθηνό εισιτήριο.
Στις μπουάτ ερχόντουσαν και ποιητές και παρουσίαζαν τα ποιήματά τους. Θυμάμαι τακτικό θαμώνα τον ποιητή Δημήτρη Χριστοδούλου. Γινόντουσαν συζητήσεις για το τραγούδι, την τέχνη, την πολιτική». Στις μπουάτ παίζονταν και δοκιμάζονταν ζωντανά τα καινούργια τραγούδια, ενώ συνέβαιναν ακόμα και τυχαίες συναντήσεις συνθετών και στιχουργών, που γεννούσαν με τη σειρά τους νέες συνεργασίες. Ενδεικτικά, στη βιογραφία του Μάνου Λοΐζου (Μάνος Λοΐζος… η δική του ιστορία, εκδόσεις Σύγχρονη Εποχή»), ο Θανάσης Συλιβός σημειώνει: «Το 1964, μαζί με τον Σαββόπουλο και τη Φαραντούρη, ο Μάνος δουλεύει σε μια μπουάτ στο Κολωνάκι, τη Στοά. Εκεί γνωρίζεται με την Κωστούλα Μητροπούλου. (…) Μερικούς μήνες αργότερα, ο Μάνος γνωρίζεται με τον Λευτέρη Παπαδόπουλο σε μια μπουάτ όπου τραγουδούσε ο Ζωγράφος».

Συνταγματάρχες, λαχαναγορίτες και βαπόρια
Το κίνημα των μπουάτ –γιατί περί κινήματος επρόκειτο– ανακόπτεται, όπως και τόσες άλλες πτυχές του λαϊκού πολιτισμού, από τη χούντα των συνταγματαρχών. Ωστόσο, η πολιτική διάστασή του εντείνεται. Στην ανέκδοτη αυτοβιογραφία του, σε επιμέλεια Κώστα Νέλλα, ο Βαγγέλης Ντίκος, ιδιοκτήτης της Απανεμιάς, τονίζει: «Οι μπουάτ υπήρξαν στέκια ανθρώπων συνήθως αριστερής πολιτικής τοποθέτησης. Ο κόσμος αυτός, όταν έγινε δικτατορία, συνέχισε να έρχεται εδώ. (…) Πολλές φορές κάποιος ή από τους τραγουδιστές ή από τους πελάτες φύλαγε τσίλιες στην πόρτα όταν τραγουδούσαμε ένα απαγορευμένο τραγούδι, μην τυχόν φανεί κάποιος άντρας της ασφάλειας ή της ΕΣΑ».
Στο υπόγειο μιας τέτοιας μπουάτ, το 1973 –Αγρύπνια, το όνομά της και είκοσι μέρες η ζωή της, ελέω δικτατορίας– κατέβηκε ο Νίκος Ξυλούρης για να ακούσει και ο ίδιος την παράσταση του Χρήστου Λεοντή, για την οποία είχε δημιουργηθεί θόρυβος. Όπως μας λέει ο συνθέτης, εκεί γνωρίστηκε με τον Ξυλούρη και εκεί οφείλει τη γέννησή του ένας από τους σημαντικότερους ελληνικούς δίσκους όλων των εποχών: το Καπνισμένο Τσουκάλι, τα μελοποιημένα, δηλαδή, ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου.
Μετά τη χούντα, η έξαρση του πολιτικού τραγουδιού περνάει και στις μπουάτ, με κύριο εκφραστή τον Πάνο Τζαβέλα και το Λημέρι του, όπου ακούγονται κάθε βράδυ αντάρτικα τραγούδια. Προωθημένες πρωτοβουλίες, όπως αυτή του Νικόλα Άσιμου και του Γιάννη Ζουγανέλη, με το Σούσουρο της οδού Αδριανού, ένα είδος μπουάτ-πολιτικού καμπαρέ, ολοκληρώνονται άδοξα. Η εμφανής κληρονομιά τής δικτατορίας και οι αφανείς διαδικασίες ομογενοποίησης τής μεταπολίτευσης, με τον ένα ή τον άλλον τρόπο, έχουν ήδη συμβάλει καθοριστικά στην αρχή τού τέλους των μπουάτ. Από τα μέσα του ’70 η διαδρομή τους συνεχίστηκε με κατεβασμένες όμως πλέον τις ταχύτητες.
Η περιοχή της Πλάκας αρχίζει να αλλάζει, οι μπουάτ γίνονται ταβέρνες και κοσμικά κέντρα, δημιουργούνται νέες μεγαλύτερες σκηνές (οι οποίες εξ ορισμού δεν μπορούν να αναβιώσουν το κλίμα των μπουάτ), οι τραγουδιστές ανεβάζουν τις απαιτήσεις τους, και το τραγούδι ακολουθεί το δρόμο της ΕΟΚ… Η Μαρίζα Κωχ δεν μασάει τα λόγια της: «Στην Πλάκα, μετά τη μεταπολίτευση, το ’74, έσκασε μύτη μια ομάδα ανθρώπων με πολλά χρήματα, οι οποίοι προέρχονταν από τη λαχαναγορά. Χρηματοδότησαν το Θεμέλιο, την Αρχόντισσα, τρεις-τέσσερις μπουάτ που μεγάλωσαν και έγιναν σαν βαπόρια. Αυτοί έρχονταν με τις τσέπες γεμάτες χιλιάρικα, δέσμες. Άλλαξαν οι καρέκλες, έγιναν καθίσματα καφενείου, ήρθαν τα μεγάλα μεροκάματα, μπήκαν οι νέοι καλλιτέχνες, οι φίρμες της εποχής».
Τη δεκαετία του ’90 τα πράγματα επιδεινώνονται, δεδομένης και της απουσίας του αντίστοιχου τραγουδιού που θα μπορούσε να υποστηρίξει τέτοιους χώρους. Οι μουσικές σκηνές που γεννιούνται εκείνη την περίοδο, ως αντίδραση στις μεγάλες πίστες, φέρουν λίγο από το άρωμα των μπουάτ, ο μαρασμός των οποίων όμως συνεχίζεται αδιάκοπα. Έτσι φτάνουμε στις αρχές του 2000, όταν και οι παραδοσιακές μπουάτ περιορίζονται στις εξής τρεις: Εσπερίδες, Απανεμιά, Βάτραχοι. Αξίζει να μνημονεύσουμε ξεχωριστά και τις τρεις, εκ των οποίων οι δύο τελευταίες συνεχίζουν τη λειτουργία τους.

Κι αν κουραστείς, μη φύγεις
Οι Εσπερίδες υπήρξαν ο χώρος του Γιάννη Αργύρη, του πατριάρχη των μπουάτ. Τραγουδιστής και στιχουργός ο ίδιος, έξοχος μίμος και σατιρικός ηθοποιός, χάρισε το λόγο του σε τραγούδια-σταθμούς του νέου κύματος: Έλα μαζί μου, Πάει κι αυτή η Κυριακή, Κάποιος γιορτάζει, Μην κουραστείς να μ’ αγαπάς. Σε μια κουβέντα του με τον αείμνηστο Πάνο Γεραμάνη (Η ζωή μου ένα τραγούδι, εκδόσεις Καστανιώτης), ο Αργύρης μνημόνευσε τα εξής: «Έδωσα πραγματικές μάχες με το εμπορικό κατεστημένο της μουσικής και με το λαϊκισμό για να περάσει η αντίληψη των μπουάτ στις αρχές του ’60». Σε αυτές τις μάχες, ο Αργύρης βγήκε νικητής, κρατώντας τη φλόγα τού ’60 ζωντανή στις Εσπερίδες, από το 1964 ως και το 2004, όταν και έκλεισε ο χώρος.
Σήμερα ο Γιάννης Αργύρης, απών από τα μουσικά πράγματα λόγω μιας σοβαρής ασθένειας που τον ταλαιπωρεί από τις αρχές της δεκαετίας, παραμένει παρών στις συνειδήσεις και στις καρδιές τόσο των τραγουδιστών που πέρασαν από τις Εσπερίδες (Μαρία Φαραντούρη, Δημήτρης Μητροπάνος, Γιάννης Πουλόπουλος, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Γιάννης Ζουγανέλης, Σάκης Μπουλάς κ.ά.) όσο και του κοινού. Οι θαυμαστές του εκφράζονται ακόμα και στο Facebook, στην ομάδα Εσπερίδες. Εμπνευστής της, ένας ερασιτέχνης μουσικός τής τελευταίας γενιάς που έπαιξε στις Εσπερίδες, στις αρχές του 2000, ο Βασίλης Γαλλιάκης μάς μεταφέρει θραύσματα στιγμών από εκείνα τα βράδια:
«Κοντεύει 21.00, σε λίγο ξεκινάμε… Οι περαστικοί κοιτάνε από το παραθυράκι πάνω από τα σκαλοπάτια• “ή μέσα, ή μέσα” φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Παρέα με τον Αλέξανδρο κουρδίζουμε τις κιθάρες, πίνουμε τσικουδιές και σπάμε πλάκα με τον Γιάννη… Ο κόσμος σιγά σιγά μαζεύεται. Βλέπεις όλες τις ηλικίες… Τα ηχεία είναι γερασμένα, όπως και η μπουάτ μας, αλλά οκόσμος τραγουδάει μαζί μας και οι πιο τολμηροί ανεβαίνουν στη σκηνή. Χειροκρότημα, “αίσχος” φωνάζει ο Γιάννης Αργύρης. Πολλές φορές από τα γέλια δεν μπορούμε να τραγουδήσουμε! (…) Η ώρα κοντεύει 03.00. Δεχόμαστε παραγγελιές και αφιερώσεις. Ο Βαγγέλης κερνάει. Τραγουδάμε Κατσιμιχαίους, Κηλαηδόνη, Γερμανό, Πάριο, Παπακωνσταντίνου, Σαββόπουλο, Πυξ Λαξ, Θαλασσινό, Ιωαννίδη, Σιδηρόπουλο και Θηβαίο».
Κι όμως οι Εσπερίδες έκλεισαν όταν συμπληρώθηκε τριακονταπενταετία και οι ιδιοκτήτες τού χώρου έκαναν έξωση στο όνειρο, ζητώντας μεγαλύτερο ενοίκιο. Σήμερα ο χώρος παραμένει γυμνός. Κοιτάζοντας μέσα από τα κάγκελα, βλέπει κανείς ξεθωριασμένες τις φωτογραφίες που διακοσμούσαν τους τοίχους, συνθήματα στους τοίχους, τα περίφημα σκαλάκια της χορταριασμένα Ο «υπόγειος ουρανός», όπως μας λέει χαρακτηριστικά σήμερα ο Γιάννης Αργύρης, έχει μετατραπεί σε ένα βρόμικο υπόγειο.
Κι όμως δεν του άξιζε τέτοιο μέλλον. Σε ένα χώρο όπου κάθε βράδυ επί τόσες δεκαετίες νέοι και νέες συναντιόνταν για να αναπνεύσουν τα τραγούδια και τα αστεία νούμερα, όπου, όπως θυμάται ο Αργύρης, «είχε έρθει μέχρι και ο Όρσον Γουέλς, ο μεγάλος Αμερικανός ηθοποιός και σκηνοθέτης, τον οποίο μάλιστα μια κυρία μπέρδεψε με τον Μάνο Χατζιδάκι», όπου «αρκετές φορές είχε έρθει ο Ωνάσης» και όπου «το κοινό δεν διακρινόταν σε πράσινους, κόκκινους ή μπλε», «η αδιαφορία της πολιτείας και πιο συγκεκριμένα της Ντόρας Μπακογιάννη –όταν ήταν δήμαρχος της Αθήνας– συνεχίζει να είναι επιδεικτικά χαρακτηριστική». Ούτε καν σε επίπεδο τιμητικής σύνταξης…

Θα μείνω στο δρόμο σου να γίνω φωτιά
Στριμωγμένη στην οδό Θόλου, το ιστορικό σοκάκι της Πλάκας και πλάι στις εγκαταλειμμένες Εσπερίδες, η Απανεμιά με τον Βαγγέλη Ντίκο στο τιμόνι της κρατάει ακόμα ψηλά τη σημαία της μπουατικής διασκέδασης. Το χώρο ανοίγει το 1964 ο ηθοποιός Αρτέμης Μάτσας, ενώ από τη σεζόν ’70-’71 περνάει στα χέρια τού Ντίκου. Το 1977 ο Ντίκος κυκλοφορεί στην Columbia τα Τραγούδια Της Απανεμιάς, ένα δίσκο με δώδεκα αντιπροσωπευτικά τραγούδια του χώρου και του κοινού του. Σήμερα, η συγκεκριμένη μπουάτ είναι ένας δημοφιλής χώρος ψυχαγωγίας, κόντρα στα σημεία των καιρών, η οποία φιλοξενεί ένα μείγμα νέων αλλά και παλαιότερων καλλιτεχνών.
Με την εμπειρία δεκαπέντε χρόνων στη σκηνή της Απανεμιάς, ο Θεόφιλος Μήτσης παρατηρεί σχετικά με το κοινό: «Με ενθουσιάζει το γεγονός ότι προσέρχεται πάρα πολλή νεολαία, η πλειοψηφία είναι ηλικίας 16-17 μέχρι 27-30 ετών. Τη δεκαετία του ’90 ήταν πιο συνεσταλμένη η νεολαία, πιο μαζεμένη… Η νεολαία ξέρει τα τραγούδια, ακόμα και τραγούδια που δεν ακούγονται από ραδιοφωνικούς σταθμούς». Ο Βαγγέλης Κορομηλής περιγράφει το στόχο που υπηρετεί η παρουσία του στην Απανεμιά: «Να μνημονεύω και να υποστηρίζω τα τραγούδια και τους ποιητές που έγραψαν υγιή πράγματα. Η μπουάτ Απανεμιά είναι μια όαση, ένας οίκος τέχνης. Ένα κρυφό σχολειό. Και θα γυρίσει πάλι εδώ το πράγμα. Αυτοί οι χώροι οι μικροί είναι οι ανθρώπινοι».
Οι Βάτραχοι στη Σόλωνος είναι νεότεροι της Απανεμιάς, κρατάνε από το 1983 με πρωτεργάτη τον Γιώργο Αραπάκη, ενώ από εφέτος στο τιμόνι τους συνεχίζουν με τον τραγουδοποιό Μιχάλη Κλεάνθη. Ο Κλεάνθης έχει μακρά θητεία στο χώρο, από το 1989, έχοντας περάσει και από τα σχολεία των Εσπερίδων και της Απανεμιάς. Οι Βάτραχοι αυτοαποκαλούνται «ανεξάρτητος χώρος έκφρασης», χώρος που όμως αποπνέει λίγο από το άρωμα των μπουάτ. Σε αυτόν έχουν παίξει κατά καιρούς ο Θανάσης Γκαϊφύλλιας, ο Βασίλης Καζούλλης, ο Δημήτρης Παναγόπουλος, ο Σταμάτης Μεσημέρης, ο Γιάννης Γιοκαρίνης, ο Νικόλας Άσιμος κ.ά.
Ο Κλεάνθης μάς περιγράφει το στίγμα του χώρου: «Δεν κρυβόμαστε πίσω από τα φώτα και τα ηχητικά τερτίπια της εποχής. Λέμε την αλήθεια έτσι όπως ακριβώς τη νιώθουμε. Εκφράζουμε όσο μπορούμε τον φρέσκο, τον ανήσυχο νου. Τα παιδιά που παίζουν δεν βιοπορίζονται αποκλειστικά από τη μουσική, έχουν όμως τέτοιο μουσικό επίπεδο που θα μπορούσαν να παίξουν άνετα σε οποιοδήποτε μουσικό σχήμα. Σήμερα στις παραστάσεις μας παίζουμε τραγούδια σύγχρονα (κυρίως τραγουδοποιών), αλλά και παλαιότερα… Γενικότερα, πάντως, μια μπουάτ για μένα είναι σαν να έρχεται κάποιος στο σπίτι σου, να τον κερνάς γλυκό σταφύλι και να του δίνεις ένα ποτήρι νερό. Να μη μεταχειρίζεσαι τους ακροατές ως πελάτες».
Οι μπουάτ, λοιπόν, αποτέλεσαν μια από τις πιο υγιείς, ζωντανές και άμεσες εκφάνσεις του ελληνικού τραγουδιού ως τρόπου ψυχαγωγίας και επικοινωνίας. Η αναγέννηση του κλίματος της μπουάτ, όχι ως μνημόσυνο και νεκρολογία, αλλά ως σύγχρονη πρόταση με άποψη και λόγο ύπαρξης, είναι ένα ενδεχόμενο που μάς γεννά χαρά και αισιοδοξία. Αν μη τι άλλο, ο αυθορμητισμός και η απλότητα των μουσικών κουτιών είναι στοιχεία που λείπουν από το τραγούδι μας και από τις νυχτερινές του περιπλανήσεις σε μεγάλες πίστες και μουσικές σκηνές.
Ο θόρυβος από τα πιάτα, τα ποτήρια και την οχλαγωγία των θαμώνων είναι στοιχείο αντίθετο τής λογικής των μπουάτ. Η επιβίωση όσων λειτουργούν ακόμα και η διάδοση της αισθητικής τους σε ένα ευρύτερο κοινό είναι ένα στοίχημα που μπορεί και πρέπει να κερδηθεί. Αρκεί να βρεθούν τα σημεία συνάντησης με την τωρινή εποχή. Με τα λόγια του Διονύση Σαββόπουλου: «Άμα βρεις το κοινό στοιχείο που ενώνει εκατό ανθρώπους, μετά μπορείς να απευθυνθείς και σε εκατό χιλιάδες ανθρώπους. Αυτό μου ’μαθε η μπουάτ. Να ψάχνεις το κοινό στοιχείο».


Κείμενο του Γιώργου Μπουκουβάλα στο νέο τεύχος του περιοδικού Άρδην


Κυκλοφορεί το νέο τεύχος του περιοδικού Άρδην

ΦΑΚΕΛΟΣ: Η ΕΞΑΝΤΛΗΣΗ ΜΙΑΣ ΕΠΟΧΗΣ
ΦΑΚΕΛΟΣ: ΑΠΟ ΤΟ ΣΥΝΤΑΓΜΑ ΣΤΗ ΛΕΥΚΩΣΙΑ
ΑΦΙΕΡΩΜΑ: ΡΕΜΠΕΤΙΚΟ ΚΑΙ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΑΔΟΣΗ

Η κρίση της ελληνικής κοινωνίας και οικονομίας, δεν έχει μέχρι σήμερα αναλυθεί επαρκώς, με συνέπεια να κυριαρχεί ακόμα στην αντιπολίτευση απέναντι στην τρόικα και τη νέα Κατοχή, μια μορφή πασοκικού-μεταπολιτευτικού λαϊκισμού, η οποία συσκοτίζει την πραγματικότητα. Προσπαθώντας να αναβαθμίσει τον δημόσιο διάλογο γύρω από την (υπαρκτή) κρίση και να φωτίσει τα αίτια και τις πτυχές της, το 86ο τεύχος του Άρδην ξεκινάει με ένα αφιέρωμα στην «εξάντληση της ιστορικής εποχής» που διανύουμε. Περιλαμβάνει κείμενα του Γιώργου Καραμπελιά (Η υπέρβαση του πνευματικού εκπασοκισμού), τουΝίκου Ντάσιου (Διατροφική κρίση και όψεις κυριαρχίας), του Βασίλη Βιλιάρδου (Χρυσός και νομίσματα), του Ντέιβιντ Χάρβεϊ (Για να αλλάξει πραγματικά το σύστημα πρέπει να θυμώσουν οι εργαζόμενοι), καθώς και μία εκτενή ανάλυση τωνΤζιοβάνι Αρίγκι και Μπέβερλυ Σίλβερ (Το τέλος του μακρού 20ου αιώνα) για την παρακμή της αμερικανικής ηγεμονίας, την μετατόπιση της διεθνούς οικονομίας από τη Δύση στην Ανατολή και τις «πιθανές εκδοχές του μέλλοντος», σύμφωνα με την ιστορική πορεία του καπιταλισμού.
***
Παράλληλα, στο δεύτερο αφιέρωμα του τεύχους, ανιχνεύεται το «κίνημα των πλατειών», ο «νέος ελληνικός Μάης». Περιλαμβάνει ένα σύντομο χρονικό του κινήματος, μία ανάλυση (Το ελληνικό κίνημα των πλατειών μπροστά σε νέα καθήκοντα) για το τέλος του «παράσιτου νεοέλληνα» και το μέλλον του αυτόνομου λαϊκού κινήματος που γεννιέται, «Η έκρηξη του κινήματος των ελληνικών πλατειών, αναπόφευκτα πυροδότησε μια συζήτηση σχετικά με το πως μπορεί να «μεταφραστεί» η κοινωνική τους ορμή σε μια πολιτική δύναμη ικανή να ανατρέψει το επικίνδυνο πλέον για την Ελλάδα και τους Έλληνες καθεστώς της ύστερης μεταπολίτευσης.
Όταν βλέπει κανείς ένα κομμάτι του ελληνικού λαού να αμφισβητεί μαζικά τον ρόλο του παθητικού θεατή στον οποίο τον είχε εγκλωβίσει η όψιμη κομματοκρατική μεταπολίτευση, να κατεβαίνει στις πλατείες και να διεκδικεί, –όχι μόνον να «αγανακτεί», αλλά και να συμμετέχει σε δομές αυτό-οργάνωσης και άμεσης δημοκρατίας– αντιλαμβάνεται ότι κάτι βαθύτερο έχει συντελεστεί στην κοινωνία. Ακολουθεί μία ανάλυση του Γιώργου Ρακκά για τα κινήματα του 21ου αιώνα και τα νέα χαρακτηριστικά που προσλαμβάνουν σε πλανητικό επίπεδο , δύο κείμενα του Άριστου Μιχαηλίδη και της ομάδας σύνταξης του Cyprus IndyMedia για τους «αγανακτισμένους» στη Κύπρο και την κρίση του κυπριακού πολιτικού κατεστημένου με την ανάδυση του «κινήματος του προρεδρικού» και ένα κείμενο της ομάδας Ορμή Θύελλα για την αλλοτρίωση των… μολότοφ.
***
Στο τεύχος αυτό, επίσης, εγκαινιάζεται μια σειρά αφιερωμάτων στον ελληνικό λαϊκό πολιτισμό, με το πρώτο μέρος ενός εκτεταμένου αφιερώματος στο ρεμπέτικο τραγούδι. Στο πρώτο αυτό μέρος γίνεται μια ιστορική αναδρομή στην εξέλιξη του ρεμπέτικου και τις αντιδράσεις που συνάντησε μέχρι τη δεκαετία του 1950. Περιλαμβάνει αναλύσεις των Παναγιώτη Κουνάδη και Κώστα Βλησίδη, καθώς και ιστορικά κείμενα, δημοσιεύματα και επιστολές των Ζαχαρία Παπαντωνίου, Δημήτρη Ψαθά, Σοφίας Σπανούδη, Γιώργου Μπουκουβάλα, Φοίβου Ανωγειανάκη, Α. Ξένου, Νίκου Πολίτη και Μάνου Χατζιδάκη, καθώς και μια πληθώρα ρεμπέτικων τραγουδιών, αρχίζοντας από τον Βαμβακάρη και φθάνοντας στον Άκη Πάνου και τον Σαββόπουλο.